Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Ή έννοια της λέξεως απόστολος

Καθώς και πολλές άλλες, έτσι και ή λέξη Απόστολος άλλη έννοια είχε στους αρχαίους Έλληνες, διαφορετική στην Παλαιά Διαθήκη, και νέο περιεχόμενο απέκτησε στην περίοδο της χάριτος (Καινή Διαθήκη).
Στην αρχαία ελληνική σήμαινε τον απεσταλμένο από κάποιον είτε για να φέρει σε πέρας μια εντολή του, είτε για να μεταδώσει αγγελία, ενώ από τους Αθηναίους απόστολος λεγόταν και ό αρχηγός της ναυτικής μοίρας («στόλαρχος»). Δηλαδή ή λέξη απόστολος δεν είχε θρησκευτικό περιεχόμενο.


Στον Ιουδαϊσμό, και κυρίως μετά τη Βαβυλώνεια αιχμαλωσία (606-536 πΧ), ή λέξη απόστολος σήμαινε το πρόσωπο πού είχε ως έργο του τη διάδοση των θρησκευτικών άρχων της μονοθεϊστικής θρησκείας του ισραηλιτικού λαού. Με κέντρο την Ιερουσαλήμ, κατά καιρούς αποστέλλονταν οι κατάλληλοι για το σκοπό αυτό στη Διασπορά των Ιουδαίων, πού ζούσαν σε διάφορες πόλεις του γνωστού τότε κόσμου, ανάμεσα σε εθνικούς και ειδωλολάτρες, όχι μόνο για να στηρίξουν στην πίστη τούς συμπατριώτες τους, αλλά, ει δυνατόν, να διαδώσουν το μονοθεϊσμό και σε εθνικούς. Οι τελευταίοι χαρακτηρίζονται στις Πράξεις των Αποστόλων «προσήλυτοι» ή «φοβούμενοι τον Θεόν» (13, 43. 10, 2). Αυτοί οι απόστολοι του Ιουδαϊσμού έδειχναν συνήθως τόσο φανατισμό και υποκριτικό ζήλο, ώστε ό Κύριος τούς καταδίκασε με τα λόγια: ...τριγυρνάτε στη στεριά και στη θάλασσα για να κερδίσετε έναν προσήλυτο- κι όταν τον κερδίσετε, τον κάνετε ν' αξίζει για την κόλαση δυό φορές παραπάνω από σας (Ματθ. 23, 15).


Όταν άρχισε ή διάδοση της νέας, χριστιανικής, πίστεως, οί απόστολοι του Ιουδαϊσμού εξακολούθησαν να πηγαίνουν παντού, κυρίως για να δια-βάλλουν το χριστιανισμό και να αποτρέπουν τούς Ιουδαίους να ασπάζονται την πίστη στο Χριστό. Χαρακτηριστική είναι ή αναφορά του Αγίου Ιουστίνου, του φιλοσόφου και μάρτυρος, ό όποιος στον «Διάλογον προς Τρύφωνα» (κεφ. 17) αποκαλύπτει ότι οι Ιουδαίοι εξέλεγαν «άνδρας εκλεκτούς έστελναν «είς πασαν την οίκουμένην, κηρύσσοντας, ότι αίρεσις άθεος και άνομος έγήγερται από Ιησού τίνος Γαλιλαίου». Ένας τέτοιοι « απόστολος » υπήρξε στην αρχή και ό Σαΰλος (μετέπειτα μέγας Παύλος) πού εδίωκε τούς χριστιανούς στην Ιερουσαλήμ, πήγαινε δε με συστατικές επιστολές των αρχιερέων του ιουδαϊσμού στη Δαμασκό, για να συλλάβει και φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ, όποιους θα εύρισκε εκεί να ακολουθούν την οδό του Κυρίου (Πράξ. 9, 2), ενώ νέος ακόμα επικροτούσε τή θανάτωση του Στεφάνου του πρωτομάρτυρος, με λιθοβολισμό (Πράξ. 7, 60).
Αλλά ή λέξη απόστολος απέκτησε την επικρατέστερη έννοια από τη στιγμή πού ό Κύριος κάλεσε κοντά του τούς Δώδεκα μαθητές κι εκείνοι, αφού τα άφησαν όλα, τον ακολούθησαν κατά την τριετή δράση του μέχρι και την Ανάληψη του στους ουρανούς. Μετά δε την επιφοίτηση σ' αυτούς, την ήμερα της Πεντηκοστής, του Αγίου Πνεύματος, έγιναν οι κήρυκες της νέας Πίστεως και οί μάρτυρες της διδασκαλίας και των έργων του Χριστού, για τη λύτρωση του ανθρώπου από την αμαρτία και την ίδρυση της Βασιλείας του Θεού πάνω στη γη.


Αποστόλους τούς ονόμασε ό ίδιος ό Ιησούς Χριστός, όπως μαρτυρεί ό ευαγγελιστής Λουκάς: ...Φώναξε κοντά του τούς μαθητές τον κι από αυτούς διάλεξε δώδεκα, τούς όποιους ονόμασε αποστόλους (6, 13). Παρά το γεγονός δέ ότι απόστολοι καλούνται και άλλοι συνεργάτες του Κυρίου και κήρυκες του θείου λόγου, όταν χρησιμοποιείται ή λέξη «απόστολοι», εννοούνται κυρίως οι Δώδεκα μαθητές του Χρίστου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου